Tο σοσιαλιστικό μοντέλο της Κίνας «ξεμένει» από… καύσιμα

Του Γιάννη Μαντζίκου liberal.gr

Πριν λίγες μέρες, η South China Morning Post μια εφημερίδα που απηχεί τις απόψεις του Πεκίνου έγραφε ότι η οικονομία της Περιφέρειας της Σενζεν ξεπέρασε σε μέγεθος το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν. Το δημοσίευμα αυτό ερμηνεύτηκε από αναλυτές στη Δύση ως μια προσπάθεια της Κίνας να βάλει εναντίον του «φιλελεύθερου» οικονομικού μοντέλου του Χονγκ Κονγκ με αφορμή τις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν αυτό το διάστημα την πόλη κράτος.

Την ίδια ώρα όμως, η πραγματικότητα φαίνεται να είναι διαφορετική από αυτή που θέλει να παρουσιάσει η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη για το δικό της οικονομικό μοντέλο. Πρόσφατα η εφημερίδα «Wall Street Journal» σε ανάλυση της τόνιζε ότι «το ιδιότυπο σοσιαλιστικό μοντέλο της Κίνας έχει φτάσει στα όρια του» με αφορμή το φρενάρισμα που παρατηρήθηκε στην οικονομία της χώρας το τελευταίο διάστημα. Ένα ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters ανέφερε με τη σειρά του ότι «για πρώτη φορά μετά την Πολιτιστική Επανάσταση της Κίνας που έλαβε χώρα από το 1966 ως το 1976, η οικονομία δείχνει να μην βρίσκει βηματισμό για το μέλλον».

Πέραν προβλημάτων που παρατηρούνται ως προς τον προσανατολισμό του εξαγωγικού τομέα και την δημογραφική επιβάρυνση, υπάρχει μια δομική αντίφαση όπως παρατηρεί ο Τζιμ Πεθοκούκης αναλυτής στο American Enterprise Institute «η Κινα ειναι πια όμηρος του δικού της μοντέλου ανάπτυξης». Πράγματι, τόσο την εποχή των προηγουμένων προέδρων Ζιανγκ Ζεμιν και Χου Ζιντάο όσο και αυτή του Σι Τζινπίνγκ, η Κίνα άνοιξε μεν την οικονομία της στις ξένες επενδύσεις όμως παρέμεινε προσηλωμένη στις αρχές του σοσιαλισμού σε τομείς που θεωρεί στρατηγικής σημασίας όπως τις τηλεπικοινωνίες παρατηρεί η «Wall Street Journal».

Παράλληλα υπάρχει ένας «ελέφαντας στο δωμάτιο» για τον οποίο δεν συζητά το Πεκίνο όπως φαίνεται και αυτό είναι το χρέος. Για παράδειγμα, το λεγόμενο «κρυμμένο» χρέος των τοπικών αρχών στην Κίνα μπορεί να φθάνει ακόμη και τα 40 τρισ. γουάν ή τα 5,78 τρισ. δολάρια, προειδοποίησε σε πρόσφατη έκθεση ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P.
Παράλληλα, το Πεκίνο έδωσε στις δημοτικές και περιφερειακές αρχές τη δυνατότητα να εκδώσουν φέτος ομόλογα ειδικού σκοπού, αξίας 2,15 τρισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 320,6 δισ. δολαρίων, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν έργα υποδομής. Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με αύξηση κατά 59% των εκδόσεων χρέους σε σύγκριση με τα αντίστοιχα επίπεδα του περασμένου έτους.

Σήμερα το «Κινέζικο θαύμα» απειλείται μεταξύ άλλων και από τις τάσεις μέσα στο πολιτμπιρο καθώς υπάρχουν αυτοί που θέλουν να διατηρηθεί και διαφυλαχθεί πάση θυσία το σημερινό μοντέλο και αυτοί που ζητούν ακόμα μεγαλύτερο «άνοιγμα» της οικονομίας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή η κινεζική ηγεσία θα πρέπει να λάβει μια απόφαση και αυτή είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς που μπορεί να γίνουν αισθητοί σε όλο το πλανήτη.