Προβλήματα του Ταμείου Βενζινοπωλών (ΤΕΑΠΥΚ)

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

ΒΕΝΖΙΝΟΠΩΛΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Λόντου 8 10681 Αθήνα · Τηλ.:(210) 3810783-4 · Fax.: (210)3301977

EMail: info@obe.grInternet:http://www.obe.gr

 

 

                                                                                    Αρ. Πρωτ.7088

Αθήνα, 23 Νοεμβρίου 2017

 

Προς το

Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Υφυπουργό κ. Αναστάσιο Πετρόπουλο

 

Κοινοποίηση:  Διοικητή ΕΤΕΑΕΠ κ. Αθανάσιο Καποτά

 

Θέμα: Προβλήματα του Ταμείου Βενζινοπωλών (ΤΕΑΠΥΚ)

 

Κύριε Υφυπουργέ,

 

Σε συνάντηση που είχε αντιπροσωπεία της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος με τον Διοικητή του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) κ. Αθ. Καποτά, ενημερωθήκαμε ότι σειρά από «τεχνικά προβλήματα» μητρώου κ.α. καθυστερούν ακόμη την ομαλή λειτουργία του ενταγμένου στο ΕΤΕΑΕΠ, Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων (ΤΕΑΠΥΚ).

 

Η προσπάθεια είναι να λυθούν άμεσα τα προβλήματα αυτά και από 1.1.2018 να λειτουργήσει κανονικά το Ταμείο.

 

Ανεξαρτήτως της πραγματικής εξέλιξης που θα επακολουθήσει, η ΟΒΕ παρατηρεί ότι:

 

Είναι απαράδεκτο 5 χρόνια μετά  την αναστολή λειτουργίας του Ταμείου να μην έχουν διευθετηθεί:

  • Προβλήματα Μητρώου
  • Καθορισμός και καταβολή εισφορών
  • Απόδοση του μερίσματος του Κλάδου Κοινής Διανομής του 2012 στους δικαιούχους.

 

Όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να δικαιολογηθούν απλώς από «τεχνικά προβλήματα».

 

Αναμένουμε πολιτική απόφαση όπως ξεπεραστούν γρήγορα τα «τεχνικά προβλήματα» και να περάσουμε σε πρακτικές λύσεις.

 

Σε κάθε περίπτωση με την έναρξη λειτουργίας του Ταμείου πρέπει να αντιμετωπιστούν σειρά από ερωτηματικά και προβλήματα μεταξύ των οποίων είναι:

 

-Πως θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των αναδρομικών εισφορών 5 και πλέον ετών;

 

-Με βάση ποια νομοθεσία θα καθοριστούν οι αναδρομικές  εισφορές;

Α) Με την Υπουργική Απόφαση Αριθμ. Φ.20210/οικ.9572/369/14 (ΦΕΚ 1270 Β/20-05-2014): «Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του Καταστατικού του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης «ΤΕΑΠΥΚ» του ΟΑΕΕ», ή

Β) Με βάση την Εγκύκλιο  ΑΔΑ:6ΛΩΩΡΕΩ-Ψ9Ω/7/72016 σε υλοποίηση  του άρθρου  97 του Ν. 4387/12-5/2016;

 

-Με ποιο τρόπο θα αποπληρωθούν οι συσσωρευμένες αναδρομικές εισφορές οι οποίες δεν προήλθαν από υπαιτιότητα των ασφαλισμένων;

 

-Τι θα γίνει με πρατηριούχους που μεταξύ 2012 – 2017 διέκοψαν την άσκηση επαγγέλματος και είτε  ασκούν άλλο επάγγελμα, είτε βρίσκονται σε αδράνεια – ανεργία, είτε αδυνατούν για οποιοδήποτε πιστοποιημένο  λόγο να καταβάλουν τις εισφορές;

 

-Αδυναμία καταβολής των αναδρομικών των εχόντων αποχωρήσει, θα επιφέρει και την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης κύριας και επικουρικής με απώλεια και όλων των εισφορών;

 

Πότε επιτέλους θα αποδοθεί το μέρισμα του Κλάδου Κοινής Διανομής του 2012 στους δικαιούχους του ΤΕΑΠΥΚ;

 

Στον επανυπολογισμό της σύνταξης των βενζινοπωλών θα εφαρμοστεί το προβλεπόμενο ποσοστό αναπλήρωσης ή θα συνεχίσει η υποεκτίμηση με συνέπεια την άδικη μείωση των συντάξεων; (Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι βενζινοπώλες απέδιδαν πολύ μεγαλύτερη εισφορά, πράγμα που επισημαίνεται τόσο στην αναλογιστική μελέτη που έγινε όσο και στην Υ.Α. Φ.20210/οικ.9572/369/14 (ΦΕΚ 1270 Β/20-05-2014).

 

Κύριε Υφυπουργέ,

 

Είναι γνωστό ότι τα πρατήρια αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν  τεράστια προβλήματα επιβίωσης με την κρίση. Αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν σε μεγάλο αριθμό και να αλλάξουν ιδιοκτησία επίσης σε μεγάλο αριθμό. Η κατάσταση αυτή περιπλέκει τα προβλήματα με τις αναδρομικές εισφορές για τις οποίες θα πρέπει να βρεθεί βιώσιμη λύση και όχι τυπική, ανεξάρτητα από τις πραγματικές δυνατότητες των ασφαλισμένων.

 

Θα παρουσιαστούν σοβαρά προβλήματα απόδοσης των αναδρομικών εισφορών. Στην κατάσταση που βρίσκονται τα πρατήρια είναι να απορεί κανείς πως θα αποδίδουν και τις τρέχουσες εισφορές στο ΕΦΚΑ, στο ΕΤΕΑΕΠ  και στον Κλάδο Ασθενείας (20%, 7% και 6,95% αντίστοιχα επί του εισοδήματος ) και τις αναδρομικές εισφορές, χώρια την φορολόγηση με συντελεστή 22% ή 29% επί των κερδών, χωρίς να υπολογίσουμε τις άλλες αναγκαστικές εισφορές από τέλη επιτηδεύματος μέχρι δημοτικά τέλη καθώς και τις προμήθειες των τραπεζών από την αναγκαστική χρήση καρτών, οι οποίες κυμαίνονται από 20% ως 35% των καθαρών κερδών κάθε συναλλαγής!

Τα αδιέξοδα είναι εξόφθαλμα και προαναγγελλόμενα.

Είναι ανάγκη να βρεθεί λύση.

 

Η ΟΒΕ θεωρεί ως βάση συζήτησης για τη διευθέτηση των προβλημάτων αυτών τις εξής προτάσεις:

 

  1. Να δοθεί μοναδική, μη συνδυαζόμενη με άλλες ρυθμίσεις, δυνατότητα ρύθμισης των αναδρομικών μέχρι 120 δόσεις ή μέχρι το 50% της τρέχουσας εισφοράς μέχρι εξοφλήσεως.
  2. Να προβλεφθεί για εξερχόμενους στη σύνταξη, οι οποίοι διαπιστωμένα αδυνατούν να αποπληρώσουν τα αναδρομικά, η δυνατότητα (κατ επιλογή) σταδιακού συμψηφισμού με τη σύνταξη ή παραγραφής των αναδρομικών με αντίστοιχη παραγραφή δικαιώματος επί του χρόνου ασφάλισης τον οποίο αφορούν.
  3. Να προβλεφθεί για όσους αδυνατούν να καταβάλουν τις εισφορές, να κεφαλαιοποιούνται και να μετατίθεται η καταβολή τους στο τέλος του ασφαλιστικού βίου και εφόσον τότε δεν συμψηφίζονται ή αδυνατούν αντικειμενικά να τις καταβάλλουν, να διαγράφονται μαζί με το αντίστοιχο δυνητικό δικαίωμα επί της σύνταξης αν τις είχαν καταβάλει.
  4. Να προβλεφθεί για διακόψαντες το επάγγελμα η μη καταβολή των αναδρομικών εφόσον, και για όσο χρόνο, καταβάλουν εισφορά σε άλλο επικουρικό ταμείο.
  5. Να προβλεφθεί, για τους διακόψαντες το επάγγελμα, τι θα ισχύει με το δικαίωμα προσφυγής, όσων το επιθυμούν, σε υπάρχουσα ρύθμιση, εφόσον αδυνατούν να καταβάλουν τις εισφορές και εφόσον βρίσκονται ήδη σε ρύθμιση για άλλες οφειλές του προς Δημόσιο, Ταμεία, ΟΤΑ, τράπεζες κ.α. Το λογικό είναι να ισχύσει και γι αυτούς η ίδια ρύθμιση με τους εν ενεργεία (ως 120 δόσεις ή το 50% της τρέχουσας εισφοράς μέχρι εξοφλήσεως).

 

Κύριε Υφυπουργέ, θα παρακαλούσαμε πολύ όπως έχουμε μια συνάντηση μαζί σας ώστε να συζητήσουμε όλα τα ανωτέρω. Αναμένουμε τη συνάντηση αυτή όπως τη καθορίσετε το συντομότερο δυνατόν.

Με εκτίμηση,

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ

Αριθμ. πρωτ.: Φ80020/οικ.49618/Δ15.831/2017 Υπολογισμός τμήματος της επικουρικής σύνταξης για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014, για ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2013 – Γνωστοποίηση διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4488/2017

(Γνωστοποίηση διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4488/2017, σχετικά με την επικουρική σύνταξη του ΕΤΕΑΕΠ)

Κατηγορία: Ασφαλιστικά ΕΦΚΑ

Αθήνα, 20 Νοεμβρίου 2017 Αριθμ. Πρωτ.: Φ80020/οικ.49618/Δ15.831
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ EΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Δ/ΝΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΜΗΜΑTA Α΄ και Β΄
Fax : 2103368148 Τηλέφωνα : 2131516774, -777, – 844 (μισθωτοί ιδιωτικού τομέα) 2131516746, -748, -778 (μισθωτοί δημ. τομέα και αυτοαπασχολούμενοι) E-mail : proasf@ypakp.gr
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Δ/ΝΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ και ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Fax : 2103368099 Τηλέφωνο : 2131516857 E-mail : doikepoptia@ypakp.gr Tαχ. Δ/νση : Σταδίου 29 Ταχ. Κωδικας : 10110 Αθήνα
ΘΕΜΑ: Γνωστοποίηση διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4488/2017, σχετικά με την επικουρική σύνταξη του ΕΤΕΑΕΠ.
Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 137/13.9.2017, τεύχος Α’, δημοσιεύθηκε ο νόμος 4488
«Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις», με το άρθρο 16 του οποίου τροποποιείται το άρθρο 42 του ν. 4052/2012 (Α’41).
Ειδικότερα, αντικαθίσταται από 13.5.2016 η υποπερίπτωση βα της περίπτωσης β της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012, που είχε προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016 (Α’85) και αφορά τον υπολογισμό του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014, για ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2013.
Ι. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Οι διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 16 αφορούν όλους τους ασφαλισμένους του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) που ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά μέχρι 31.12.2013, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης από 1.1.2015 και εφεξής και συγχρόνως η καταβολή της σύνταξής τους αρχίζει από 1.1.2015 και μετά.
ΙΙ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΙΑ ΧΡΟΝΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΕΧΡΙ 31.12.2014
1. Σύμφωνα με το άρθ. 42 παρ. 5β του ν.4052/2012, όπως έχει τροποποιηθεί, για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2013, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης από την 1.1.2015 και εφεξής (και με έναρξη καταβολής της σύνταξης από 1.1.2015 και εφεξής), το ποσό της επικουρικής σύνταξης αποτελείται από το άθροισμα δύο τμημάτων:
• το (Α) τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους έως 31.12.2014 υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης επί των συντάξιμων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης (συντάξιμες αποδοχές Χ έτη ασφάλισης Χ 0,45%) (υποπερ. βα).
• το (Β) τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους από 1.1.2015 και εφεξής υπολογίζεται με το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση, όπως αυτό εξειδικεύεται στην ΥΑ οικ.23123/785/7.6.2016 (Β’1604) (υποπερ. ββ).
2. Εξυπακούεται ότι για ασφαλισμένους που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης από 1.1.2015 και εφεξής, με έναρξη καταβολής της σύνταξης μετά την 1.1.2015, πλην όμως δεν έχουν πραγματοποιήσει χρόνο επικουρικής ασφάλισης από 1.1.2015 και μετά, το ποσό της επικουρικής τους σύνταξης υπολογίζεται αποκλειστικά σύμφωνα με την υποπερίπτωση βα του άρθ. 42 παρ. 5β του ν. 4052/2012, ήτοι 0,45% Χ έτη ασφάλισης Χ συντάξιμες αποδοχές. Για τον υπολογισμό, το σύνολο του χρόνου ασφάλισης μέχρι 31.12.2014 λαμβάνεται υπόψη με μαθηματική ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων.
3. Επίσης, στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, το προβλεπόμενο από το άρθρο 145 παρ. 3 του ν. 3655/2008 (Α’58) ποσοστό μείωσης (1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται από το όριο ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης μέχρι πέντε έτη) εφαρμόζεται στο (Α) τμήμα της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με την υποπερίπτωση βα του άρθ. 42 παρ. 5β του ν.4052/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν. 4488/2017.
Το ανωτέρω ποσοστό μείωσης δεν εφαρμόζεται στο (Β) τμήμα της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.1.2015 και μετά, το οποίο υπολογίζεται με το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (υποπερ. ββ) ούτε φυσικά στους ασφαλισμένους από 1.1.2014 που συνταξιοδοτούνται πλήρως με το νέο σύστημα.
4. Προσαύξηση επικουρικής σύνταξης λόγω καταβολής αυξημένων εισφορών ή παράλληλης ασφάλισης.
Με την παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 56 του ν. 4445/2016 (Α’236), προβλέπεται, μεταξύ άλλων, προσαύξηση του ποσού της επικουρικής σύνταξης για όσους κατέβαλλαν αυξημένες εισφορές ή είχαν παράλληλη επικουρική ασφάλιση σε περισσότερους του ενός ενταχθέντες στο ΕΤΕΑΕΠ (τ.ΕΤΕΑ) φορείς επικουρικής ασφάλισης, με ανάλογη εφαρμογή στο ΕΤΕΑΕΠ των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 30, της παρ. 5 του άρθρου 36 και της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4387/2016, όπως ισχύουν, για όσους καταθέτουν αίτηση και συνταξιοδοτούνται από το ΕΤΕΑΕΠ από 1.1.2015 και μετά (σχετ. οι εγκύκλιοι του Υπουργείου με αριθμ. πρωτ.Φ80020/οικ.26308/Δ15.476/30.6.2016 με ΑΔΑ: ΩΤΝ4465Θ1Ω- ΣΕΕ και Φ80020/οικ.671/Δ15.12/31.1.2017 με ΑΔΑ: 63ΑΙ465Θ1Ω-11Ν).
Διευκρινίζεται ότι η ανωτέρω προσαύξηση της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, ήτοι 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά επί του συντάξιμου μισθού στον οποίο υπολογίστηκε η επιπλέον εισφορά, εφαρμόζεται μόνο στο (Α) τμήμα της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014 και το οποίο υπολογίζεται με το σύστημα καθορισμένων παροχών και με ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης επί του συντάξιμου μισθού (άρθρο 42 παρ. 5β υποπερ. βα του ν. 4052/2012).
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει για τα πρόσωπα που εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 4445/2016 και το άρθρο 7 του ν. 4488/2017.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Για χρόνο ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής (για τους ασφαλισμένους από την 1.1.2014) και για χρόνο ασφάλισης από 1.1.2015 και εφεξής (για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2013 που καταθέτουν αίτηση και συνταξιοδοτούνται από 1.1.2015), δεν εφαρμόζονται γενικές διατάξεις για μείωση ή προσαύξηση του ποσού της επικουρικής σύνταξης, καθώς κατά τον υπολογισμό της σύνταξης με το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης και την ΥΑ οικ.23123/785/7.6.2016 (Β’1604) λαμβάνονται υπόψη το ύψος των συσσωρευμένων ασφαλιστικών εισφορών στην ατομική μερίδα του ασφαλισμένου και το προσδόκιμο ζωής κατά τη συνταξιοδότηση.
5. Για τις συντάξεις που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 4052/2012, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει, δεν προβλέπεται κατώτατο ή ανώτατο όριο επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου.
Παράδειγμα:
Ασφαλισμένος με 35 έτη και 4 μήνες επικουρικής ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 1000 ευρώ, διακόπτει την εργασία και την επικουρική του ασφάλισή στις 30.4.2015, υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης στο ΕΤΕΑΕΠ στις 15.5.2015 και η ημερομηνία έναρξης καταβολής της επικουρικής του σύνταξης είναι 1.6.2015. Το τμήμα της επικουρικής του σύνταξης για το χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2014 (35 έτη) υπολογίζεται ως εξής: 1000 Χ 35 Χ 0,45% = 157,50 ευρώ
ΙΙΙ. ΣΥΝΤΑΞΙΜΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (υποπερίπτωση βαα)
Για τον υπολογισμό του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μέχρι και 31.12.2014, λαμβάνονται υπόψη ως συντάξιμες αποδοχές των μισθωτών ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης (συμπεριλαμβανομένων των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2014.
Ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου επί των οποίων έχουν καταβληθεί εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης (και μέχρι του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών όπως και όπου αυτό προβλεπόταν) δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2014 (αναγόμενος ο χρόνος αυτός σε μήνες, π.χ. πλήρης μήνας για το τ. ΕΤΕΑΜ = 25 ημέρες ασφάλισης).
Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενες σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016, όπως αυτή έχει προστεθεί με την παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4461/2017 (Α’38). Συνεπώς, οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος προσαυξάνονται/αναπροσαρμόζονται κατά τη μεταβολή του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔτΚ) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Οδηγίες υπολογισμού συντάξιμων αποδοχών βάσει της μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ έχουν ήδη δοθεί στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ με το με αριθμ. πρωτ. οικ.15726/605/5.4.2017 έγγραφο του Υπουργείου μας, με ΑΔΑ: 7ΙΣΒ465Θ1Ω-ΘΕΒ.
Παράδειγμα 1 (υπολογισμός του μέχρι 31.12.14 ποσού σύνταξης):
Μισθωτός, ασφαλισμένος στο ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΤΕΑΥΕΚ) με χρόνο επικουρικής ασφάλισης από 01/07/1988 έως 31/12/2015, αποχώρησε από την εργασία του την 31/12/2015, υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης την 12/01/2016 και συνταξιοδοτείται την 1/2/2016. Το συνολικό ποσοστό εισφορών επικουρικής ασφάλισης ήταν 7,2% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών για την περίοδο 01/07/1988 – 30/11/2013 και 6% για το υπόλοιπο διάστημα ασφάλισης.
Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του θα γίνει βάσει των μηνιαίων αποδοχών του, επί των οποίων έγιναν κρατήσεις για επικουρική ασφάλιση από το έτος 2002 έως το έτος 2014:

Έτος Μηνιαίες Ετήσιες Σωρευτικός ΔτΚ για Ετήσιες αποδοχές
αποδοχές αποδοχές συνταξιοδότηση το έτος αναπρ/σμένες με το ΔτΚ
2016
2002 860,00 12.040,00 1,30263 15.683,63
2003 950,00 13.300,00 1,25858 16.739,07
2004 1.100,00 15.400,00 1,22311 18.835,85
2005 1.150,00 16.100,00 1,18175 19.026,11
2006 1.190,00 16.660,00 1,14510 19.077,41
2007 1.250,00 17.500,00 1,11283 19.474,53
2008 1.400,00 19.600,00 1,06798 20.932,32
2009 1.600,00 22.400,00 1,05521 23.636,63
2010 1.670,00 23.380,00 1,00771 23.560,34
2011 1.700,00 23.800,00 1,00000 23.800,00
2012 1.300,00 18.200,00 1,00000 18.200,00
2013 1.300,00 18.200,00 1,00000 18.200,00
2014 1.100,00 15.400,00 1,00000 15.400,00
Σύνολο αποδοχών 252.565,88
Σύνολο χρόνου (μήνες) 156,00
Συντάξιμες αποδοχές 1.619,01

Ο υπολογισμός του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης για χρόνο ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2014 είναι ως εξής:
Οι αποδοχές κάθε έτους από το 2002 έως και το 2014 αναπροσαρμόζονται κατά τη μεταβολή του γενικού ΔτΚ έως και το αμέσως προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος. Δηλαδή, οι αποδοχές του έτους 2002 αναπροσαρμόζονται με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2003-2015, οι αποδοχές του έτους 2003 με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2004-2015 κ.ο.κ.
Οι συντάξιμες αποδοχές ισούνται με το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, αναπροσαρμοσμένων όπως παραπάνω περιγράφεται, δια του συνολικού χρόνου ασφάλισης κατά το παραπάνω διάστημα.
Επί των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζεται συντελεστής 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει.
Παράδειγμα 2 (υπολογισμός του μέχρι 31.12.14 ποσού σύνταξης):
Μισθωτός, ασφαλισμένος στο ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΕΤΕΑΜ), με χρόνο ασφάλισης από 01/07/1988 έως 30/05/2016 αποχώρησε από την εργασία του την 30/05/2016, υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης στον επικουρικό φορέα την 02/06/2017 και συνταξιοδοτείται από την ίδια ημερομηνία.
Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του θα γίνει βάσει των μηνιαίων αποδοχών του επί των οποίων έγιναν κρατήσεις για επικουρική ασφάλιση από το έτος 2002 έως το έτος 2014:

Έτος Μηνιαίες Ετήσιες Σωρευτικός ΔτΚ για Ετήσιες αποδοχές
αποδοχές αποδοχές συνταξιοδότηση το έτος αναπρ/σμένες με το
2017 ΔτΚ
2002 860,00 12.040,00 1,29187 15.554,14
2003 950,00 13.300,00 1,24819 16.600,87
2004 1.100,00 15.400,00 1,21301 18.680,33
2005 1.150,00 16.100,00 1,17199 18.869,02
2006 1.190,00 16.660,00 1,13565 18.919,89
2007 1.250,00 17.500,00 1,10364 19.313,74
2008 1.400,00 19.600,00 1,05916 20.759,49
2009 1.600,00 22.400,00 1,04649 23.441,47
2010 1.670,00 23.380,00 1,00000 23.380,00
2011 1.700,00 23.800,00 1,00000 23.800,00
2012 1.300,00 18.200,00 1,00000 18.200,00
2013 1.300,00 18.200,00 1,00000 18.200,00
2014 1.100,00 15.400,00 1,00000 15.400,00
Σύνολο αποδοχών 251.118,94
Σύνολο χρόνου (μήνες) 156,00
Συντάξιμες αποδοχές 1.609,74

Ο υπολογισμός του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης για χρόνο ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2014 είναι ως εξής:
Οι αποδοχές κάθε έτους από το 2002 έως και το 2014 αναπροσαρμόζονται κατά τη μεταβολή του γενικού ΔτΚ έως και το αμέσως προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος.
Δηλαδή, οι αποδοχές του έτους 2002 αναπροσαρμόζονται με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2003-2016, οι αποδοχές του έτους 2003 με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2004-2016 κ.ο.κ.
Οι συντάξιμες αποδοχές ισούνται με το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, αναπροσαρμοσμένων όπως παραπάνω περιγράφεται, δια του συνολικού χρόνου ασφάλισης κατά το παραπάνω διάστημα.
Επί των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζεται συντελεστής 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης.
ΙV. ΣΥΝΤΑΞΙΜΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ και ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (υποπερίπτωση βαβ)
Για τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, ως
συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε χρόνο ασφάλισης μέχρι και 31.12.2014, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου, το οποίο υπόκειται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2014.
α. Ως εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από το έτος 2002 έως και το έτος 2014). Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε ασφαλισμένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη.
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι μισθωτοί ασφαλισμένοι που χαρακτηρίζονται ως αμειβόμενοι με κυμαινόμενες αποδοχές, απασχολούμενοι σε συγκεκριμένες κατηγορίες και ειδικότητες (πχ μπάρμαν), οι οποίοι κατατάσσονταν μέχρι 31.12.2016 σε Ασφαλιστικές Κλάσεις Τεκμαρτών Ημερομισθίων και οι εισφορές τους υπολογίζονταν επί αυτών των κλάσεων. Οι μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές τους υπολογίζονται, συνεπώς, ως το γινόμενο των κατά μήνα ημερών ασφάλισης επί το τεκμαρτό ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στο έτος αναφοράς.
β. Για τους ασφαλισμένους με ποσό εισφοράς υπέρ επικουρικής ασφάλισης που προκύπτει ανάλογα με την αξία ή την ποσότητα επί των αγοραζομένων ή πωλουμένων προϊόντων, ως συντάξιμες αποδοχές – ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα νοείται ο μέσος όρος μηνιαίων τεκμαρτών αποδοχών που προκύπτουν από την αναγωγή των πραγματικά καταβληθεισών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, των ετών 2002 έως και 2014, θεωρώντας ως ποσοστό εισφοράς το 6%
γ. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενο κατά τη μεταβολή του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔτΚ) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. οικ.15726/605/5.4.2017 έγγραφο του Υπουργείου μας, με ΑΔΑ: 7ΙΣΒ465Θ1Ω- ΘΕΒ).
Παράδειγμα (υπολογισμός του μέχρι 31.12.14 ποσού σύνταξης):
Ιδιοκτήτης ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων συνταξιοδοτείται από 1.1.2016 από το ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΤΕΑΠΥΚ) με χρόνο ασφάλισης από 1.1.1976 έως 31.12.2015. Για το διάστημα μέχρι 30.11.2012 το ποσό εισφοράς συνίσταται σε ποσοστό 4,950 τοις χιλίοις επί των ανά λίτρο προ ΦΠΑ τιμών των βενζινών, των πετρελαίων και του υγραερίου, τις οποίες καταβάλλει ο πρατηριούχος στον εν γένει έμπορο βενζίνης, πετρελαίου και υγραερίου για την αγορά των προϊόντων.
Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2014 διαμορφώνεται ως ακολούθως:
Για κάθε έτος k θεωρούμε σαν ετήσιο ποσό εισφοράς (Ck) το ποσό που έχει καταβληθεί με την αγορά των καυσίμων. Το ποσό αυτό διαιρείται με 6% για να προκύψουν οι ετήσιες αποδοχές Α|<. Αk = Ck/6%
Για το διάστημα από 1.12.2012 και εφεξής ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές νοούνται τα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών, όπως κάθε φορά διαμορφώνονται, επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό εισφοράς κλάδου επικουρικής σύνταξης (6%). Στο παράδειγμα που ακολουθεί, η ασφαλιστική κατηγορία είναι η 12η (2.317,62 €).
Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του για επικουρική ασφάλιση από το έτος 2002 έως το έτος 2014 διαμορφώνεται ως εξής:

Έτος Ετήσιες Σωρευτικός ΔτΚ για Ετήσιες αποδοχές
αποδοχές συνταξιοδότηση το αναπρ/σμένες με το
έτος 2015 ΔτΚ
2002 39.600,00 1,30263 51.584,04
2003 43.800,00 1,24819 54.670,52
2004 45.600,00 1,21301 55.313,17
2005 42.600,00 1,17199 49.926,71
2006 41.400,00 1,13565 47.015,82
2007 37.200,00 1,10364 41.055,49
2008 35.400,00 1,05916 37.494,18
2009 33.000,00 1,04649 34.534,31
2010 30.000,00 1,00000 30.000,00
2011 28.200,00 1,00000 28.200,00
2012 24.317,62 1,00000 24.317,62
2013 27.811,44 1,00000 27.811,44
2014 27.811,44 1,00000 27.811,44
Σύνολο αποδοχών 509.734,75
Σύνολο χρόνου (μήνες) 156,00
Συντάξιμες αποδοχές 3.267,53

Επί των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζεται συντελεστής 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης.
VI. ΣΥΝΤΑΞΙΜΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 5 ΕΤΩΝ – ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
1. Υποπερίπτωση βαγ (συντάξιμες αποδοχές 5ετίας)
Σύμφωνα με την υποπερίπτωση βαγ του άρθρου 42 παρ. 5β του ν. 4052/2012, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4488/2017, αν για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν προκύπτουν ασφαλιστικά στοιχεία από πραγματικό ή πλασματικό χρόνο ασφάλισης ή από προαιρετική ασφάλιση, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2014, τότε για τον υπολογισμό του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως και 31.12.2014, αναζητούνται τα ασφαλιστικά στοιχεία και κατά το πριν το έτος 2002 χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά πέντε (5) ετών.
Παράδειγμα (υπολογισμός του μέχρι 31.12.14 ποσού σύνταξης):
Μισθωτός, ασφαλισμένος στο ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΕΤΕΑΜ), με χρόνο επικουρικής ασφάλισης από 01/07/1988 έως 31/10/2003, συνέχισε εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας χωρίς αντίστοιχη επικουρική ασφάλιση έως την 30/10/2016 και υπέβαλλε αίτηση συνταξιοδότησης την 02/12/2016, συνταξιοδοτούμενος από την ίδια ημερομηνία. Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του θα γίνει βάσει των μηνιαίων αποδοχών του επί των οποίων έγιναν κρατήσεις για επικουρική ασφάλιση.
Επειδή στο χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως και το έτος 2014 δεν συμπληρώνονται 5 έτη (αλλά 1 έτος και 10 μήνες), για την άντληση στοιχείων για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών θα αναζητηθούν σχετικά στοιχεία από το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, από 01/11/1998 έως 31/12/2001. Έτσι, το συνολικό χρονικό διάστημα αναφοράς είναι από 01/11/1998 έως 31/10/2003:

Έτος Μηνιαίες Ετήσιες Σωρευτικός ΔτΚ για Ετήσιες αποδοχές
αποδοχές αποδοχές συνταξιοδότηση το αναπρ/σμένες με το
έτος 2016 ΔτΚ
1998 850,00 2.550,00 1,47750 3.767,62
1999 950,00 13.300,00 1,44006 19.152,78
2000 1.000,00 14.000,00 1,39541 19.535,68
2001 1.200,00 16.800,00 1,34952 22.671,97
2002 1.300,00 18.200,00 1,30263 23.707,81
2003 1.420,00 17.040,00 1,25858 21.446,15
Σύνολο αποδοχών 110.282,01
Σύνολο χρόνου (μήνες) 60,00
Συντάξιμες αποδοχές 1.838,03

Ο υπολογισμός της επικουρικής του σύνταξης, που αφορά μόνο χρόνο ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2014, είναι ως εξής:
Οι αποδοχές κάθε έτους από το 1988 έως και το 2003 αναπροσαρμόζονται κατά τη μεταβολή του γενικού ΔτΚ έως και το αμέσως προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος. Δηλαδή, οι αποδοχές του έτους 1998 αναπροσαρμόζονται με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 1999-2015, οι αποδοχές του έτους 1999 με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2000-2015 κ.ο.κ.
Οι συντάξιμες αποδοχές ισούνται με το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, αναπροσαρμοσμένων όπως παραπάνω περιγράφεται, δια του συνολικού χρόνου ασφάλισης κατά το παραπάνω διάστημα.
Επί των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζεται συντελεστής 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης.
2. Υποπερίπτωση βαδ (πλασματικοί χρόνοι)
Σύμφωνα με την υποπερίπτωση βαδ του άρθρου 42 παρ. 5β του ν. 4052/2012, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4488/2017, ως συντάξιμες αποδοχές που αφορούν χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, ύστερα από την καταβολή του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς, ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε το μηνιαίο μισθό – εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.
Σημειώνεται ότι οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονται στο αρχικό ποσό εξαγοράς, πριν την εφαρμογή τυχόν έκπτωσης που παρέχεται σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του ποσού.
Επίσης, το ποσό των συνταξίμων αποδοχών, που αφορούν το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται ως πλασματικός, θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.1.2002 έως και 31.12.2014, εφόσον η αίτηση αναγνώρισης έχει υποβληθεί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.2002 έως και 31.12.2014 και θα αναπροσαρμοστεί με βάση τη μεταβολή του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔτΚ) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Στο δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης βαδ προβλέπεται ρητά ότι οι πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά (π.χ. χρόνος επιδότησης λόγω ασθένειας και χρόνος επιδότησης λόγω τακτικής ανεργίας) δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού του ανωτέρω (Α) τμήματος της επικουρικής σύνταξης.
Παράδειγμα (υπολογισμός του μέχρι 31.12.14 ποσού σύνταξης):
Μισθωτός, ασφαλισμένος στο ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΤΕΑΠΟΖΟ) για το χρονικό διάστημα από 01/06/1994 έως 31/12/2005, το 2014 αναγνωρίζει στο ΕΤΕΑΕΠ (τ. ΤΕΑΠΟΖΟ) πλασματικό χρόνο σπουδών 4 ετών, καταβάλλοντας το ανάλογο ποσό εξαγοράς και υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης την 12/5/2015, με έναρξη καταβολής της επικουρικής του σύνταξης την ίδια ημερομηνία.
Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του θα γίνει βάσει των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων έγιναν κρατήσεις για επικουρική ασφάλιση το χρονικό διάστημα από 01/01/2002 έως 31/12/2005, ενώ για το χρόνο που εξαγοράστηκε το 2014, ως αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης. Ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών του θα γίνει βάσει των μηνιαίων αποδοχών του από το έτος 2002 έως και το έτος 2014:

Έτος Μηνιαίες αποδοχές Ετήσιες αποδοχές Σωρευτικός ΔτΚ για συνταξιοδότηση το έτος 2014 Ετήσιες αποδοχές αναπρ/σμένες με το ΔτΚ
2002 860,00 12.040,00 1,32564 15.960,69
2003 950,00 13.300,00 1,28081 17.034,78
2004 1.100,00 15.400,00 1,24471 19.168,59
2005 1.150,00 16.100,00 1,20262 19.362,22
2014* 1.150,00 55.200,00 1,00000 55.200,00
Σύνολο αποδοχών 126.726,28

 

Σύνολο χρόνου (μήνες) 96,00
Συντάξιμες αποδοχές 1.320,07

* Εξαγορά 4 ετών πλασματικού χρόνου ασφάλισης
Ο υπολογισμός της επικουρικής του σύνταξης που αφορά χρόνο ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2014 είναι ως εξής:
Οι αποδοχές κάθε έτους από το 2002 έως και το 2014 αναπροσαρμόζονται κατά τη μεταβολή του γενικού ΔτΚ έως και το αμέσως προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος. Δηλαδή, οι αποδοχές του έτους 2002 αναπροσαρμόζονται με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2003-2014, οι αποδοχές του έτους 2003 με συντελεστή που αφορά το χρονικό διάστημα 2004-2014 κ.ο.κ.
Οι συντάξιμες αποδοχές ισούνται με το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, αναπροσαρμοσμένων όπως παραπάνω περιγράφεται, δια του συνολικού χρόνου ασφάλισης κατά το παραπάνω διάστημα.
Επί των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζεται συντελεστής 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης.
VII. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ επί των συνταξίμων αποδοχών
1. Οι συντάξιμες αποδοχές αναπροσαρμόζονται έως και το προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος.
2. Στην περίπτωση μισθωτών ασφαλισμένων που έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές επί των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, για τον καθορισμό των συντάξιμων αποδοχών συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί επί των ποσών αυτών, και θεωρείται ότι προσαυξάνουν τις μηνιαίες αποδοχές του μήνα που καταβλήθηκαν.
3. Σε περίπτωση που δεν συμπληρώνεται ακέραιος αριθμός ετών ασφάλισης για το χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2014, για παράδειγμα ο ασφαλισμένος συμπληρώνει 30 έτη ασφάλισης 6 μήνες και 10 ημέρες ασφάλισης, για το χρονικό διάστημα πέραν του πλήρους έτους, δηλαδή για το διάστημα των 6 μηνών και 10 ημερών (6 Χ 25 + 10 = 160 ημέρες), λαμβάνει αναλογία του ποσοστού αναπλήρωσης, θεωρώντας ότι το έτος αντιστοιχεί σε 12 μήνες και κάθε μήνας σε 25 ημέρες ασφάλισης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το ποσοστό αναπλήρωσης, που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μέχρι και 31.12.2014, καθορίζεται σε 13,74% (0,45% Χ 30 + 0,45% Χ 160/300).
4. Στο συνημμένο Παράρτημα παρατίθεται πίνακας με την εξέλιξη των ετήσιων μεταβολών του γενικού ΔτΚ της ΕΛΣΤΑΤ.
Ο Υφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Αναστάσιος Πετρόπουλος
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Πίνακας I. Εξέλιξη ετήσιων μεταβολών Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (Έτος βάσης : 2009=100,0)

Σύγκριση δείκτη Δεκεμβρίου Σύγκριση μέ σου ετήσιου
κάθε έτους με τον αντίστοιχο δείκτη κάθε έτους, με τον
δείκτη του προηγούμενου αντίστοιχο δείκτη του
Έτος έτους προηγού μενου έτους
Μέσος
Δείκτης Δεκ. Μεταβολή % ετήσιος Μεταβολή %
δείκτης
1959 1,163 1,155
1960 1,204 3,5 1,175 1,7
1961 1,195 -0,8 1,196 1,8
1962 1,215 1,7 1,192 -0,3
1963 1,231 1,3 1,228 3,0
1964 1,249 1,5 1,238 0,9
1965 1,311 4,9 1,276 3,0
1966 1,372 4,7 1,339 4,9
1967 1,354 -1,3 1,362 1,7
1968 1,390 2,7 1,367 0,3
1969 1,420 2,1 1,400 2,5
1970 1,472 3,7 1,442 3,0
1971 1,515 2,9 1,486 3,0
1972 1,615 6,6 1,550 4,3
1973 2,110 30,7 1,790 15,5
1974 2,394 13,5 2,271 26,9
1975 2,769 15,7 2,575 13,4
1976 3,094 11,7 2,918 13,3
1977 3,489 12,8 3,273 12,2
1978 3,891 11,5 3,683 12,5
1979 4,854 24,8 4,385 19,0
1980 6,127 26,2 5,476 24,9
1981 7,505 22,5 6,815 24,5
1982 8,935 19,0 8,255 21,1
1983 10,735 20,2 9,921 20,2
1984 12,673 18,0 11,752 18,5
1985 15,818 24,8 14,021 19,3
1986 18,508 17,0 17,248 23,0
1987 21,425 15,8 20,077 16,4
1988 24,418 14,0 22,791 13,5
1989 28,043 14,8 25,913 13,7
1990 34,460 22,9 31,209 20,4
1991 40,669 18,0 37,280 19,5
1992 46,526 14,4 43,199 15,9
1993 52,116 12,0 49,425 14,4
1994 57,675 10,7 54,799 10,9
1995 62,244 7,9 59,696 8,9
1996 66,782 7,3 64,587 8,2
1997 69,930 4,7 68,163 5,5
1998 72,636 3,9 71,412 4,8
1999 74,630 2,7 73,294 2,6
2000 77,544 3,9 75,604 3,2
2001 79,906 3,0 78,155 3,4
2002 82,612 3,4 80,991 3,6
2003 85,153 3,1 83,851 3,5
2004 87,786 3,1 86,282 2,9
2005 90,966 3,6 89,341 3,5
2006 93,612 2,9 92,196 3,2
2007 97,247 3,9 94,865 2,9
2008 99,159 2,0 98,804 4,2
2009 101,778 2,6 100,000 1,2
2010 107,044 5,2 104,713 4,7
2011 109,629 2,4 108,200 3,3
2012 110,510 0,8 109,824 1,5
2013 108,621 -1,7 108,813 -0,9
2014 105,789 -2,6 107,385 -1,3
2015 105,612 -0,2 105,521 -1,7
2016 105,636 0,0 104,649

-0,8